ΓΤΤ


Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

"Θεσσαλία - Γη των κολίγων και των τσιφλικάδων"

"Eδώ στη χώρα των κυκλώπων

στη γη που θέλουνε τσιφλίκια,

ποτέ μη γίνεσαι τσανάκι .

Δείξε τη δύναμη που έχεις,

αλλιώς τη γη σου δεν τη βλέπεις .

ποτέ δικιά σου. .

Είλωτας θα΄ σαι μια ζωή ....


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Θεσσαλία, είναι μια πολύπαθη περιοχή, που σε σύγκριση με τη νότια Ελλάδα, άργησε να αναπτυχθεί . Απ’ την προσάρτησή της, το 1881, αντιμετώπισε καταστάσεις δύσκολες, που την έφεραν πίσω, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος του 1897, η ληστοκρατία, αλλά και η μη έγκαιρη λύση του αγροτικού ζητήματος. Αλλά και η πολιτεία δε βοήθησε. Για χρόνια ο κάμπος πλημμύριζε και η παραγωγή χανόταν . Για παράδειγμα, ο Θεσσαλός κολίγος, αν κατάφερνε να εξασφαλίσει ένα κομμάτι μπομπότα για την οικογένειά του, ήταν ευχαριστημένος. Η αγροτική επανάσταση του 1910 δεν έλυσε βέβαια το αγροτικό πρόβλημα, ωστόσο το έφερε στο προσκήνιο και βοήθησε τον κολίγο να συνειδητοποιήσει τη δεινή του θέση, να ξεπεράσει τις αναστολές του και να αρχίσει να διεκδικεί τα δίκαιά του.

Το αγροτικό κίνημα συνδέθηκε από τη γέννησή του με την πάλη των Θεσσαλών κολίγων. Ήταν αποτέλεσμα των οξύτατων προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι κολίγοι από την εκμετάλλευση των τσιφλικάδων. Βασικό αίτημα των κολίγων της Θεσσαλίας ήταν η διανομή των τσιφλικιών .

Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Μετά την τούρκικη κατάκτηση το 1423 η φεουδαρχική οικονομία του Βυζαντίου αποδιοργανώνεται και εξαφανίζεται. Η γη της Θεσσαλίας μοιράζεται από τους Τούρκους σε κλήρους. Στο θεσσαλικό κάμπο δημιουργήθηκαν 5 κατηγορίες κτημάτων: Τα τιμάρια ή ζιαμέτια, που παραχωρήθηκαν από το Σουλτάνο σε αξιωματούχους, τα ορεινά εδάφη που ανήκαν στους κονιάρους, τα βακουφικά (μοναστηριακά) κτήματα, τα σουλτανικά κτήματα και όλα τα χωριά που ο Αλή-Πασάς των Ιωαννίνων αφαίρεσε από τους χριστιανούς μικροϊδιοκτήτες . Από τις 5 αυτές κατηγορίες κτημάτων, μόνο οι Τούρκοι κονιάροι είχαν πλήρη κυριότητα. Ήταν εργατικοί, φιλήσυχοι και έντιμοι και διακρίνονταν για την καλή παραγωγή και την ευημερία των κατοίκων. Το θεσσαλικό κάμπο αποτελούσαν 3 κοινωνικές κατηγορίες: οι ελεύθεροι γεωργοί, οι δουλοπάροικοι ή κολίγοι και οι σκλάβοι ή δούλοι.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ

Στους αιώνες της παρακμής ( 17ος και 18ος αι.) οι πρώην τιμαριούχοι Τούρκοι, αλλά και Έλληνες Χριστιανοί, άρχισαν να αγοράζουν εκτάσεις γης και να τις προσθέτουν στις δικές τους, δημιουργώντας έτσι τα τσιφλίκια. Στους κατόχους των τσιφλικιών συγκεντρώθηκε οικονομική και πολιτική δύναμη. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κολίγων, συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη του θεσσαλικού κάμπου.

Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΥΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗ- ΠΑΣΑ

Στις αρχές του 19ου αιώνα, λόγω της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μεγάλο τμήμα της Θεσσαλίας αποτελούσε ιδιοκτησία του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Οι επεκτατικές του βλέψεις τον έφεραν σε σύγκρουσή με τους μπέηδες και δημιούργησαν ένα κλίμα αναρχίας και ανασφάλειας.

Ο Αλή πασάς με την πιεστική και αρπακτική διοίκησή του, κατάφερε να συγκεντρώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα, μια τεράστια ακίνητη περιουσία και να οδηγήσει χριστιανικές και μουσουλμανικές οικογένειες στη μετανάστευση και τον αφανισμό.

Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1811) η Θεσσαλία πέρασε στη δικαιοδοσία του Βελή πασά ο οποίος χαρακτηρίζεται από φιλαργυρία, ενώ τη Θεσσαλία πλήττει η ληστεία, οι επιδημίες, οι φυσικές καταστροφές, το δυσβάσταχτο καθεστώς των τσιφλικιών, οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες και οι μακροχρόνιοι πόλεμοι.

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση του αγροτικού πληθυσμού και τη μετακίνησή του στις πόλεις και τα βιοτεχνικά κέντρα.

Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην υπόλοιπη Ελλάδα, δημιουργήθηκε το αγροτικό ζήτημα. Οι αγρότες της Θεσσαλίας ήλπιζαν ότι η απελευθέρωση θα έφερνε και τη διανομή της γης στους ακτήμονες και θα δικαιώνονταν έτσι οι μακροχρόνιοι αγώνες τους εναντίον των Τούρκων.

Επειδή η απελευθέρωση δεν έγινε επαναστατικά, οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των τσιφλικιών είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν φεύγοντας τις περιουσίες τους, κυρίως σε πλούσιους Έλληνες γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες. Οι καινούργιοι τσιφλικάδες ήταν πλούσιοι ομογενείς του παροικιακού ελληνισμού, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της ελληνικής κυβέρνησης για επενδύσεις. Γεωργοεπιχειρηματίες, μορφωμένοι, γλωσσομαθείς ήτανε οι αγοραστές της γης και αποτέλεσαν την υψηλή κοινωνία της Θεσσαλίας. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έμεναν ποτέ στα τσιφλίκια και ανέθεσαν τη διαχείρισή τους σε επιστάτες – διαχειριστές.

Η χειρότερη κατηγορία τσιφλικάδων ήταν οι πρώην επιστάτες – διαχειριστές των μεγάλων κτημάτων, που έφτιαξαν περιουσία, εκμεταλλευόμενοι και τους κολίγους και τα αφεντικά τους. Οι κολίγοι που δούλευαν στα τσιφλίκια τους μαρτυρούσαν κυριολεκτικά, γιατί το αφεντικό γύριζε όλη τη μέρα στα κτήματα καβάλα στ’ άλογό του, με το κουρμπάτσι στο χέρι και το γκρα στον ώμο.

τσιφλικάδες και κολίγοι

ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Από το 1881 μέχρι το 1900, το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία οξύνθηκε και πήρε διαστάσεις σοβαρού κοινωνικού προβλήματος. Τα τσιφλίκια κατείχαν το 50% της συνολικής επιφάνειας. Ο Τρικούπης, ένας αστός και ανανεωτής κατά τα άλλα πολιτικός, ήταν αντίθετος με τη διανομή της γης στους κολίγους και προστάτεψε την τσιφλικική οικονομία, γιατί δεν ήθελε να χάσει τους ξένους επενδυτές και την εισροή νέων κεφαλαίων στην Ελλάδα.
Μια προσπάθεια για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος έγινε από την κυβέρνηση Δεληγιάννη, το 1896. H κυβέρνηση υπέβαλε στη Βουλή πέντε νομοσχέδια που θα βελτίωναν σημαντικά τη θέση των γεωργών και θα έλυναν το αγροτικό ζήτημα. Η προσπάθεια αυτή, όμως, έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, εξαιτίας της έντονης αντίδρασης των τσιφλικάδων και των Θεσσαλών βουλευτών, που ανάγκασαν την κυβέρνηση να υποχωρήσει, κυρίως, όμως, λόγω του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, κατά τον οποίο η Θεσσαλία υπέφερε τα πάνδεινα.

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα το αγροτικό κίνημα φουντώνει. H αγωνιστικότητα των ακτημόνων εντείνεται. Καλύτερα οργανωμένοι απαιτούν με δυναμικές κινητοποιήσεις την επίλυση του αγροτικού ζητήματος.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Μαρίνος Αντύπας, ο Φεραίος του αγροτικού διαφωτισμού. Στην ουσία ο πρώτος νεκρός του Κιλελέρ. Ο πρώτος που έβαλε τα στήθη του στις δολοφονικές κάνες, κι ας μην ήταν αγρότης ο ίδιος.

Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ - Ο ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΣ - Ο ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ

Αγωνιστής του αγροτικού κινήματος (1872 - 1907). Μία μεγάλη μορφή του αγροτικού κινήματος που γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Φερεντινάτα στην Κεφαλονιά το 1872. Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο πήγε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Ως φοιτητής ήρθε σε στενή επαφή με προοδευτικούς, δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς κύκλους της Αθήνας, που επέδρασαν σημαντικά στον ιδεολογικό του προσανατολισμό.

Όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση του 1896, ο Αντύπας με άλλους φοιτητές κατέβηκε εθελοντής αγωνιστής στην Κρήτη. Σε μια σύγκρουση όμως με τους Τούρκους, τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Το 1897 πήρε δραστήριο μέρος στην οργάνωση λαϊκού συλλαλητηρίου στην πλατεία Ομονοίας, όπου κατηγόρησε τη στάση της Βασιλείας και ζήτησε την εξακολούθηση του πολέμου κατά των Τούρκων μέχρι τέλους. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί να φυλακιστεί και να δικαστεί στις 8 Ιανουαρίου του 1898. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε φυλάκιση ενός έτους.

Μετά την αποφυλάκισή του, επέστρεψε στην Κεφαλονιά και εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα "Ανάστασις", όπου το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε στις 29 Ιουλίου του 1900. Το περιεχόμενο του πρώτου φύλλου προκάλεσε την καταδίωξη του Αντύπα και την εισαγωγή του σε δίκη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της έκδοσης της εφημερίδας. Όμως από τις 3 Ιουλίου 1904 ως τις 27 Απριλίου 1907 συνεχίστηκε η έκδοσή της χωρίς καμιά διακοπή.

Η κοινωνική και πολιτική του δραστηριότητα δεν περιορίστηκε μόνο στην Κεφαλονιά αλλά ξεδιπλώθηκε και στην Αθήνα. Έπαιρνε ενεργό μέρος στη διοργάνωση συλλαλητηρίων.

Κορύφωση της πολιτικής του δραστηριότητας ήταν η υποψηφιότητά του ως Βουλευτή Κρανιάς κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1906. Το κατεστημένο συσπειρώθηκε εναντίον του και φυσικά χάνει τις εκλογές. Απέτυχε η υποψηφιότητά του με μικρή μειοψηφία, μαζεύοντας 2.550 ψήφους εργατών και χωρικών.

Φεύγει για τον Πυργετό της Θεσσαλίας. Όλη του τη δραστηριότητα και φλόγα από το 1906 την αφιερώνει για το ξύπνημα των σκλάβων της Θεσσαλίας. Από τη θέση του επιστάτη στα κτήματα του θείου του Σκιαδαρέση, στον Πυργετό της Λάρισας, προπαγανδίζει τις ιδέες του στον τυραννισμένο κόσμο της γης και βάζει μπουρλότο σ’ όλη τη Θεσσαλία.

Μετά την τουρκοκρατία το 1881 τα τσιφλίκια του Αλή Πασά αγοράστηκαν και πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων τσιφλικάδων, στους Κεφαλονίτες Αριστείδη Μεταξά από την πλευρά του Πυργετού και του Γεώργιου Σκιαδαρέση με έδρα το Ομόλιο (Λασποχώρι), σύνολο έκτασης 300000 στρέμματα. Ο Σκιαδαρέσης ήταν πλούσιος γεωπόνος από το Βουκουρέστι. Εκεί πήγε ο ανιψιός του Μαρίνος Αντύπας και τον έπεισε να αγοράσει χωράφια, όπως και έγινε. Εκεί διόρισε επιστάτες τον Μαρίνο Αντύπα και τον Παναγιώτη Σκιαδαρέση.

Ο Αντύπας άρχισε να ασχολείται με το αγροτικό ζήτημα και τα δικαιώματα των αγροτών που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες στην ύπαιθρο. Προτείνει να μην εργάζονται την Κυριακή, αλλά να πηγαίνουν τα παιδιά Σχολείο. Άρχισε να τους διδάσκει ανθρώπινα δικαιώματα. Στις ενέργειές του αυτές είχε την κάλυψη και σύμφωνη γνώμη του θείου του που ήταν ένθερμος υποστηρικτής των αγροτών και άρχισε να παραχωρεί εκτάσεις για βοσκότοπους για να χτίσουν σπίτια και τους χάριζε μέρος της παραγωγής.

Οι αγρότες τον λάτρευαν, οι τσιφλικάδες άρχισαν να ανησυχούν.

Αψήφησε πραγματικά την τρομοκρατία των τσιφλικάδων, με αποτέλεσμα να πέσει θύμα δολοφονίας στον Πυργετό, στις 8 προς 9 Μάρτη του 1907. Τον δολοφόνησε ο Γιάννης Κυριακός, έμπιστος επιστάτης του μεγαλοκτηματία Αριστείδη Μεταξά., αντί του ποσού των 12000 δρχ . Έτσι χάθηκε αυτός ο πραγματικός αγωνιστής και διαφωτιστής των κολίγων, η ψυχή της αγροτιάς του Θεσσαλικού κάμπου, πληρώνοντας με τη ζωή του τις ιδέες του.

Οι αρχές κάλυψαν τον δολοφόνο του. Ο θείος του Σκιαδαρέσης, πικραμένος για το χαμό του ανιψιού του πούλησε το τσιφλίκι κι έφυγε.

Ο Αντύπας προαισθάνθηκε το τέλος του κι έλεγε στους αγρότες «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ΄ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».

Η δολοφονία του Αντύπα έμελλε να γίνει ο προπομπός, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την εξέγερση στο Κιλελέρ, την ίδια ημερομηνία με το θάνατό του 3 χρόνια αργότερα στις 6 Μαρτίου 1910.
Ο Θάνατός του προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Τάφηκε στο χώρο εκείνο που αγωνίστηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στο χωριό Ομόλιο, εκεί όπου σήμερα είναι τοποθετημένη η προτομή του, στο προαύλιο της νεόδμητης εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου.

Παραθέτουμε ένα μέρος της αρχής από το τελευταίο του άρθρο, με τίτλο "ΤΙ ΕΙΜΑΙ", που μας δείχνει το "πιστεύω" αυτού του μεγάλου αγωνιστή:

"Είμαι Σοσιαλιστής όνομα και πράγμα, φέρω τον τίτλο μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως Παντοκράτορα, ποιητή ορατών τε και αοράτων, την εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα της ευτυχίας και της ειρήνης, την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφότητα".

ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ ΣΤΟ ΚΙΛΕΛΕΡ

Ύστερα από τη δολοφονία του Αντύπα, οι Θεσσαλοί αγρότες άρχισαν έντονο αγώνα. Συγκροτήθηκε Πανθεσσαλική επιτροπή και αποφασίστηκε να γίνει συλλαλητήριο στην πόλη της Λάρισας στις 6 Μαρτίου 1910, με αίτημα την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.
Από το πρωί- πρωί άρχισαν να έρχονται από τα χωριά οι αγρότες. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κιλελέρ (Κυψέλη) μαζεύτηκαν οι κολίγοι, για να πάρουν το τρένο και να πάνε στη Λάρισα. Όταν έφτασε το τρένο από το Βόλο, οι κολίγοι θέλησαν να ανέβουν χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο. Τότε ο πρόεδρος των σιδηροδρόμων Πολίτης, που ταξίδευε με το τρένο, διέταξε τους στρατιώτες να τους πετάξουν έξω. Τότε οι αγρότες άρχισαν να πετούν πέτρες και οι στρατιώτες, κατόπιν διαταγής, ανταπέδωσαν τα πυρά. Σε εκείνο το σημείο έπεσαν νεκροί δυο αγρότες και πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν βαριά.
Καθώς το τρένο προχωρούσε, στο σταθμό Τσουλάρ ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί αγρότες, που ζητούσαν να σταματήσει το τρένο. Μα το τρένο δε σταματάει. Νέος πετροπόλεμος, νέα πυρά, δυο ακόμα αγρότες νεκροί .Το ίδιο έγινε αργότερα και στη Λάρισα. Οι σκλάβοι της γης που αιώνες πότιζαν με τον ιδρώτα τους τη γη, την πότισαν και με το αίμα τους. Το αίμα είχε χυθεί και ποτίσει τον κάμπο. Ο αγροτισμός έγραψε μια μεγάλη σελίδα. Και το σύνθημα του αγώνα , της πάλης είχε δοθεί με το αίμα και τα κορμιά που έπεσαν.

H ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Το 1911 ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάνει το πρώτο βήμα για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τελικά, όμως, οι απαλλοτριώσεις δεν έγιναν και ένας λόγος ήταν οι πόλεμοι που ακολούθησαν, αν και πάρθηκαν ορισμένα νομοθετικά μέτρα υπέρ των κολίγων.

Το δεύτερο βήμα έγινε το 1917, όμως η Μικρασιατική καταστροφή και η απομάκρυνση του Βενιζέλου από την εξουσία είχαν σαν αποτέλεσμα, να γίνουν πολύ λίγες απαλλοτριώσεις. Μόνο μετά το 1923, όταν το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις, αρχίζουν από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα απαλλοτριώσεις τσιφλικιών σε μεγάλη κλίμακα. Οι ιδιοκτήτες τους αποζημιώνονται, γι’ αυτό η διανομή της γης από το κράτος στους ακτήμονες δεν γίνεται δωρεάν.

Από το 1923 ως το 1936, οπότε ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες της απαλλοτρίωσης των μεγάλων αγροκτημάτων, απαλλοτριώθηκαν 472 τσιφλίκια. Οι γεωργικοί κλήροι μετά την αγροτική μεταρρύθμιση έφθαναν τα 132 στρέμματα στην περιοχή της Λάρισας. Η κατάτμηση του γεωργικού κλήρου και η αδυναμία εκσυγχρονισμού, καθώς και οι συνεχείς πόλεμοι που ακολουθούν, θα οδηγήσουν στη μείωση της απόδοσης της ελληνικής γεωργίας. Με την παρέμβαση, όμως, του κράτους και την ίδρυση της Α.Τ.Ε. θα γίνουν συστηματικές προσπάθειες κι έτσι τα αγροτικά νοικοκυριά θα κατορθώσουν να ορθοποδήσουν και να επιβιώσουν.

ΤΑ ΚΟΝΑΚΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

Ζωντανά μνημεία της περιόδου της μεγάλης ιδιοκτησίας γης είναι τα κονάκια, με τα οποία είναι διάσπαρτη η Θεσσαλική γη. Τα περισσότερα απ’ αυτά χτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους, όταν τα τσιφλίκια αγοράστηκαν από Έλληνες κεφαλαιούχους ή γαιοκτήμονες.
Τα κονάκια, που δέσποζαν στην περιοχή του τσιφλικιού, ήταν η κατοικία του ιδιοκτήτη. Γύρω από το κεντρικό κτίριο υπήρχαν πολλά δευτερεύοντα οικήματα, αποθηκευτικοί χώροι κ.λ.π.
Πολλά απ’ αυτά συντηρήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους για να χρησιμοποιηθούν ως σύγχρονες κατοικίες. Άλλες πέρασαν στο δημόσιο και στεγάζουν σχολεία ή κοινοτικά γραφεία. Κάποια, όμως, δυστυχώς, παραμένουν μισοερειπωμένα και αν δεν συντηρηθούν άμεσα θα γκρεμιστούν και η απώλεια για τον τόπο θα είναι μεγάλη. Κάποιοι ιδιοκτήτες έχουν φιλόδοξα σχέδια: Να τα αναπαλαιώσουν και να λειτουργήσουν σα μουσεία.
Παρακάτω θα γνωρίσουμε μερικά απ’ τα κονάκια της περιοχής μας, που έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας.

ΚΟΝΑΚΙ ΦΑΣΟΥΛΑ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Στο δρόμο για το Συκούριο, στη Γκιούλμπερι (Αμφιθέα) βρίσκεται το κονάκι του Φασούλα, ένα από τα μεγαλύτερα τσελιγκάτα της περιοχής της Λάρισας. Ο Σπύρος και Ηλίας Φασούλας αγόρασαν το 1926 ένα μεγάλο αγρόκτημα – λιβάδι 10.000 στρεμμάτων για βοσκή των κοπαδιών τους. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μαζί με άλλες 27 οικογένειες. Έχτισαν το κονάκι, όπου περνούσαν τους χειμερινούς μήνες και το καλοκαίρι ανέβαιναν στους Καλαρρύτες, απ’ όπου κατάγονταν.

Το κονάκι ήταν ένα αληθινό εργαστήρι, καθώς στο ισόγειο λειτουργούσε κασαρία για την παρασκευή τυριών και ολόγυρα υπήρχαν βοηθητικοί χώροι και κτίρια με αποθήκες και στάβλους για 30 άλογα, που διέθεταν για την καλλιέργεια των κτημάτων και τις ανάγκες της μεταφοράς.

Το 1936 έγινε η διανομή του κτήματος. 2.500 στρέμματα ανήκαν στους αδερφούς Καρανίκα και τα υπόλοιπα 7.500 μοιράστηκαν οι αδερφοί Φασούλα και οι οικογένειες των τσοπαναραίων του τσελιγκάτου.

ΤΟ ΚΟΝΑΚΙ ΤΟΥ ΑΒΕΡΩΦ ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Το αρχικό κονάκι του Αβέρωφ βρίσκονταν κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στη συνοικία Νεράιδα της Λάρισας. Ανήκε στο Γεώργιο Αβέρωφ, τον ευεργέτη που χάρισε το θωρηκτό Αβέρωφ στο ελληνικό κράτος. Με δικά του έξοδα χτίστηκε στη Λάρισα η « Γεωργική Αβερώφειος Σχολή » επί δημαρχίας Αστεριάδη. Έζησε αρκετά χρόνια στη Λάρισα. Γιος του ήταν ο Αναστάσιος Αβέρωφ, που ζούσε το καλοκαίρι στο Μέτσοβο και το χειμώνα στα Τρίκαλα. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, εγγονός του Γεωργίου, έζησε στο κονάκι όπου και πιάστηκε το 1943 από τους Ιταλούς Λεγεωναρίους, που συνεργάστηκαν με τους Βλάχους της Σαμαρίνας, για τη δημιουργία αυτόνομου κράτους.

Η οικογένειά του αργότερα έζησε στην Αθήνα. Το μεγαλύτερο μέρος του τσιφλικιού σήμερα έχει πουληθεί. Στο κονάκι, που σώζεται στη Νέα Πολιτεία, μετακόμισε η οικογένεια Αβέρωφ μετά την καταστροφή του αρχικού κονακιού.

ΤΟ ΚΟΝΑΚΙ ΤΩΝ ΠΕΛΑΡΓΩΝ ΣΤΗ ΓΥΡΤΩΝΗ

Το τριώροφο νεοκλασσικό αρχοντικό δεσπόζει στην περιοχή της Γυρτώνης και χτίστηκε το 1870 από τους αδερφούς Κουλουμόπουλους, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες μιας τεράστιας έκτασης 36.000 στρεμμάτων.

Το 1912 ολόκληρο το τσιφλίκι με το κονάκι πουλήθηκε, λόγω χρεών, στον Στυλιανό Παπαγεωργίου, που ήρθε από την Κων/πολη. Οι νέοι ιδιοκτήτες πρόσθεσαν δίπλα στο κονάκι μια σειρά από οικήματα όπως γραφεία, σχολείο, νοσοκομείο, μαγειρείο, φούρνο, σπίτια για τους εργάτες. Οι ιδιοκτήτες επιχείρησαν καινοτομίες στην κτηνοτροφία και στις αγροτικές καλλιέργειες.

Το 1928, 15.000 στρέμματα τέθηκαν εκτός απαλλοτριώσεων, γιατί χαρακτηρίστηκε πρότυπο αγρόκτημα. Το 1941 το αρχοντικό υπέστη μεγάλες ζημιές από το σεισμό και στον εμφύλιο καταστράφηκε από βόμβα μολότωφ. Μέχρι το 1952 ήταν ιδιοκτησία της Οικογένειας Παπαγεωργίου και στην συνέχεια απαλλοτριώθηκε από το κράτος και δόθηκε ένα μέρος των κτημάτων αυτών σε ακτήμονες της περιοχής (κυρίως του Μακρυχωρίου, της Γυρτώνης και της Φαλάνης). Στους κληρονόμους απόμεινε μόνο μία έκταση 40 στρεμμάτων.

Ένα ερειπωμένο αρχοντικό κινδυνεύει να καταρρεύσει. Οι πιο πιστοί του φίλοι, που το θυμούνται κάθε χρόνο, είναι οι πελαργοί που έχουν τις φωλιές τους στην είσοδο του αρχοντικού.

ΤΟ ΚΟΝΑΚΙ ΣΤΟ ΒΡΥΟΤΟΠΟ

Το πυργόσπιτο στο Τσαϊρλή ( σημερινός Βρυότοπος ) ανήκε αρχικά στον Τούρκο αγά της περιοχής και μετά την απελευθέρωση αγοράστηκε από την οικογένεια Τσιούτρα.

Αποτελείται από μια κατοικία τρεις ορόφους και ένα δεύτερο κτίσμα στην αυλή, της ίδιας εποχής, που σήμερα χρησιμοποιείται σαν αποθήκη.

Η αξία του βρίσκεται στο ότι διασώζει ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία, ( πολεμίστρες, οχυρή πόρτα, καταχύστρα πάνω από την πόρτα για το ρίξιμο καυτού λαδιού ή ζεματιστού νερού ) που έγιναν για λόγους άμυνας. Ένας σεισμός γκρέμισε τμήμα του δεύτερου ορόφου, που ξαναχτίστηκε. Έχει υποστεί επεμβάσεις από τους ιδιοκτήτες, αλλά έχει διατηρήσει τη φυσιογνωμία του. Μοιάζει με τους πύργους της Μάνης, τα πυργόσπιτα της Τσαριτσάνης και του Πηλίου.

ΚΟΝΑΚΙ ΤΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ

Από τα μεγαλύτερα αρχοντικά της Θεσσαλίας, ποτισμένο με μνήμες προσωπικοτήτων της τέχνης και της πολιτικής, με κυριότερη αυτή της Μελίνας Μερκούρη, που υπήρξε κάποτε σύζυγος του τσιφλικά Παναγή Χαροκόπου του νεώτερου -μέλος της δυναστείας Χαροκόπου.

Ο Παναγής Χαροκόπος γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά το 1835 και πέθανε στην Αθήνα το 1911. Μετανάστευσε σε νεαρή ηλικία στη Ρουμανία, όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία από την καλλιέργεια κτημάτων και το εμπόριο σιτηρών. Το 1899 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Ο Παναγής Χαροκόπος ήταν ένας δραστήριος και δυναμικός άνθρωπος. Συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας στη Ρουμανία και στην Ελλάδα, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας και βιομηχανίας και στην διαμόρφωση του τραπεζικού συστήματος. Επιπλέον, ανέπτυξε πλούσια κοινωφελή δραστηριότητα, ευεργετώντας τόσο την Ελλάδα όσο και τη Ρουμανία. Το σπουδαιότερο δημιούργημά του υπήρξε η Χαροκόπειος Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή Θηλέων στην Καλλιθέα, πρόδρομος του σημερινού Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.

Αφού αγόρασε 80.000 στρμ. στο θεσσαλικό κάμπο, εγκαταστάθηκε στο κονάκι το 1900, του οποίου αρχιτέκτονας ήταν ο Μεταξάς. Το κυρίως κτίριο αποτελείται από δύο ορόφους, το υπόγειο και έναν προεξέχοντα πύργο. Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, έφερε το πρώτο μηχανικό άροτρο και την πρώτη αλωνιστική μηχανή και φρόντιζε πάντοτε για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργατών του και την εκπαίδευση τους στις νέες καλλιέργειες. Ίδρυσε επίσης τη Γεωργική Σχολή στα Φάρσαλα. Το 1910 παραχώρησε 30.000 στρμ. από το τσιφλίκι του για τους κολίγους και το 1911 επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου, εκλέχτηκε Βουλευτής.

ΚΟΝΑΚΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΛΥΤΡΑ

Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν οι άνθρωποι και μαζί τους οι χώροι που καθημερινά χρησιμοποιούν. Για την οικογένεια Λύτρα, το κονάκι του πατέρα Δημοσθένη, του μεγαλοκτηνοτρόφου από την Αβδέλλα είναι σήμερα ομορφότερο από ποτέ.

Είναι ένα οίκημα που εξωτερικά διατηρεί κάποια από τα αρχικά χαρακτηριστικά, αλλά εσωτερικά, μόνο ως γκαλερί ή χώρος τέχνης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Κατασκευασμένο με μεράκι και αισθητική άποψη το κονάκι αυτό που βρίσκεται έξω από το σημερινό Ομορφοχώρι είναι μια απάντηση σε εκείνους που πιστεύουν ότι «τα παραδοσιακά είναι καλά». Όταν η «παράδοση» αντιμετωπίζεται σαν κάτι στείρο και στατικό (ή ακόμα χειρότερα πεθαμένο) καλύτερα να μας λείπει!

Το τσελιγκάτο του Δημοσθένη Λύτρα με τα 3.500 πρόβατα δεν υπάρχει και τα παιδιά του απλά νοικιάζουν περίπου 1.200 στρέμματα για παραγωγή βαμβακιού. Όσο για τα περίφημα βαθυπράσινα μάρμαρα της Χασάμπαλης (έτσι λεγόταν η περιοχή παλιά) δεν εξορύσσονται πλέον.

ΚΟΝΑΚΙ ΚΥΖΕΡΙΔΗ

Αν βρεθεί κανείς στο Πολυνέρι Φαρσάλων, δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει το γνωστό «Κονάκι» του Παναγιώτη Κυζερίδη. Το περίφημο «Κονάκι» της επαρxίας Φαρσάλων, αποτελεί αξιόλογο και αντιπροσωπευτικό δείγμα τσιφλικόσπιτου, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στις αρxές του αιώνα που πέρασε, στη Θεσσαλία και το οποίο είναι συνδεδεμένο με τον αγώνα των κολίγων της Θεσσαλίας για δικαιότερη κατανομή της γης και επομένως αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της περιοxής και όxι μόνον.

Το αρxοντικό του Κυζερίδη ή Κονάκι xτίστηκε το 1585 από Βενετσιάνους και στη συνέxεια το πήραν οι Τούρκοι μπέηδες και πασάδες μέxρι την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το 1900 περίπου περιήλθε σ’ έναν Ελληνα από τη Ρουμανία που ονομαζόταν Γεράσιμος Χαροκόπος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τσιφλίκι ήταν πάνω από 60 xιλ. στρέμματα και περιελάμβανε και την περιοxή Χτούρι, που όπως αναφέρει ο Στράβων εκεί ήταν η πόλη Ελλάς από την οποία πήρε την ονομασία της η πατρίδα μας και κατά τον Oμηρο ήταν γνωστή για τις ωραίες γυναίκες της. Αργότερα το Κονάκι περιήλθε στον Τρικούπη Χαροκόπο και στη συνέxεια το αγόρασε ο Αφεντούλης, πλούσιος εργοστασιάρxης από την Τεργέστη της Ιταλίας. Απ’ αυτόν το κληρονόμησε η οικογένεια Πάντου και οι κληρονόμοι της το πούλησαν το 1986 στον Παναγιώτη Κυζερίδη.

Το κτίριο κατά τα 400 και πλέον xρόνια της ζωής του υπέστη πολλές ζημιές και επισκευάστηκε. Κατά τα xρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν έδρα στρατιωτικών δυνάμεων Γερμανών και Ιταλών. Κατά τη διάρκεια των σεισμών του 1954, που ως γνωστόν ισοπέδωσαν την περιοxή, το αρxοντικό υπέστη σοβαρές ζημιές και κατέστη ερείπιο. O κ. Παν. Κυζερίδης το ανακαίνισε με ατομικά του έξοδα, το επίπλωσε και το έφερε στη σημερινή του μορφή, με πολύ μεράκι και αφού φρόντισε από παλιές φωτογραφίες να είναι πιστό αντίγραφο του παλιού αρxοντικού.

Το Κονάκι, που περιβάλλεται από μανδρότοιxο, βρίσκεται στο μέσον κήπου 70 περίπου στρεμμάτων και αποτελείται από το αρxοντικό, 4 μεγάλες αποθήκες, το κτίριο της εισόδου και 2 παράσπιτα. Αρxικά τα κτίρια ήταν περισσότερα αλλά καταστράφηκαν. Υπήρxαν μαγειρεία, φούρνος, αποθήκες αλόγων, παράσπιτα όπου έμεναν οι υπάλληλοι, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στο οίκημα που στεγαζόταν το γαλατάδικο στεγάστηκε το Δημοτικό Σxολείο Πολυνερίου. Από το παλιό κτίριο σώζονται η μεγάλη πόρτα εισόδου του περιβόλου και οι δύο πόρτες του αρxοντικού. Είναι σιδερένιες με διακοσμήσεις νεοκλασικές. O νεοκλασικός ρυθμός ακολουθήθηκε και στην επίπλωση του αρxοντικού. Τα έπιπλα είναι ιταλικής κατασκευής. Το στιλ του μπουφέ στο σαλόνι είναι γαλλικής κατασκευής, ενώ τα πολύφωτα ιταλικού στιλ Πομπηίας. Το Κονάκι ανακαινίστηκε στις αρxές της δεκαετίας του 1990 και έxει xαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο .

ΚΟΝΑΚΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

Η έντονη παρουσία του τουρκικού στοιχείου κατά την τουρκοκρατία άφησε δείγματα τα περίφημα κονάκια, σπίτια των Μπέηδων της περιοχής.
Στον Πρόδρομο Καρδίτσας βρίσκεται το κονάκι του Εκρέμ Μπέη. Χτίστηκε κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, στο δεύτερο μισό τους 19ου αιώνα και λίγο πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το1881. Ήταν ένα λιθόκτιστο κεραμοσκεπές σπίτι τσιφλικά του κάμπου και αποτέλεσε κατοικία των μπέηδων. Ο τελευταίος Τούρκος ιδιοκτήτης ήταν ο Εκρέμ Μπέης.
Η κάτοψη είχε σχήμα σταυρού. Είχε δύο ορόφους εκτός από την περιοχή της απόληξης του κλιμακοστασίου, όπου υπήρχε τριώροφος πύργος και παρατηρητήριο.
Το 1912 το απέκτησε το Ελληνικό Δημόσιο. Το 1923 το Υπουργείο Γεωργίας το παραχώρησε στην κοινότητα Προδρόμου που το χρησιμοποίησε σαν Δημοτικό Σχολείο για το χωριό.
Κατά τη διάρκεια του μεγάλου σεισμού που έγινε στους Σοφάδες το 1954 έπαθε ζημιές, κατέρρευσαν οι πάνω όροφοι αλλά συνέχισε να είναι το σχολείο του χωριού.
Το 1986 ανακηρύχθηκε διατηρητέο Μουσείο και το 1987 η Κοινότητα Προδρόμου το παραχώρησε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Την επόμενη χρονιά αποφασίστηκε να αναστηλωθεί και έτσι σήμερα εκεί στεγάζονται τα γραφεία και το εργαστήριο συντήρησης της ΛΔ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών αρχαιοτήτων.

ΚΟΝΑΚΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΑΛΥΒΙΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Τα Μεγάλα Καλύβια στην Τουρκοκρατία ήταν τσιφλίκι του Αλή-Πασά και αργότερα του γιου του Βελή – Πασά.

Ο Βελή – Πασάς όσο διοικούσε την περιοχή έφτιαξε, την προσωπική του κατοικία στο κέντρο του χωριού, το Κονάκι. Ήταν περίτεχνα φτιαγμένο με τριανταπέντε δωμάτια, με εσωτερικά λουτρά και τουαλέτες. Μετά τον θάνατο του Αλή – Πασά, ο Σουλτάνος δώρισε το χωριό στη χήρα του εγγονού του Αλή, Ισμαήλ – Πασά.

Το Κονάκι μέχρι την απελευθέρωση αποτέλεσε την επίσημη κατοικία του Τούρκου αφέντη και το διοικητήριο της ευρύτερης περιοχής ενώ μετά την απελευθέρωση ήταν η έδρα του διοικητή του τσιφλικιού του Κωνσταντίνου Ζάππα – πλούσιου Έλληνα ομογενή στη Ρουμανία που αγόρασε τα Μεγάλα Καλύβια κι άλλα χωριά – που ήταν ο ανιψιός του ιδιοκτήτη Απόστολος Ζάππας. Σώζεται έως σήμερα και το 1995 χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο κτίσμα από το Υπουργείο Πολιτισμού. Από το 1976 στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο των Μεγάλων Καλυβίων και τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο.

ΚΟΝΑΚΙ ΜΕΓΑΡΧΗΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Η πολιτιστική κληρονομιά είναι στην ουσία η πορεία της ίδιας μας της ύπαρξης στο χρόνο και στο χώρο. Μόνο που αυτή η πορεία, δεν τυγχάνει πάντα του ενδεικνυόμενου σεβασμού. Ένα από τα πολλά παραδείγματα είναι το κονάκι της Μεγάρχης. Ένα από τα δύο παραδοσιακά κτίσματα του χωριού που χρονολογούνται από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Το ένα από τα δύο είναι μισογκρεμισμένο. Το άλλο, σε πείσμα της αδιαφορίας και της εγκατάλειψης, παραμένει όρθιο.

Το συγκεκριμένο κτίσμα χρονολογείται από τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι ένα περίτεχνο κτίσμα το οποίο υπέστη μετατροπές στο πέρασμα των χρόνων. Μειώθηκε το ύψος του και ξηλώθηκαν οι πολεμίστρες που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα έστεκαν περιμετρικά του κτιρίου για να προστατεύουν τους ενοίκους τους από επιδρομές ληστών.

Πρόσφατα έγινε πρόταση να αποκτήσει ο Δήμος το κονάκι στη Μεγάρχη και να στεγαστεί σε αυτό το λαογραφικό μουσείο. Το συγκεκριμένο κονάκι έχει μεγάλη αρχιτεκτονική και ιστορικά αξία. Επομένως, με τη απόκτησή του και τη στέγαση σε αυτό του λαογραφικού μουσείου, επιτυγχάνονται δύο στόχοι: Πρώτον, προστατεύεται και αναδεικνύεται ένα αρχιτεκτονικό μνημείο του τόπου και δεύτερον, δημιουργείται ένα λαογραφικό μουσείο στο φυσικό του χώρο.




ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΛΙΓΩΝ ΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΥ ΚΑΜΠΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥΣ, ΜΕΛΕΤΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Γ2, ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ « ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2001-2002

Κοσκινιώτης Θανάσης

Κούκα Νίνα

Λίταινας Φάνης

Μαγαλιού Σοφία

Μαϊμάρη Βάσω

Μάνθου Ρούλα

Μούσιου Δώρα

Μπατρακούλης Νίκος

Μπουχουρίδης Τέλης

Νασίκα Χριστίνα

Νικολή Ανθή

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ

Χουρμουζιάδου Δέσποινα – Γαλλικών

Μαρίνος Αντύπας
 
Ήσουν μπροστάρης παλικάρι. 
Με τους κολίγους και την αγροτιά 

κι έγινε η θυσία σου το βράδυ
φάρος μες’ την κοσμοχαλασιά. 
Οι τσιφλικάδες , ο στρατός. 
Στο Κιλελέρ καρδιά μου χτύπα . 

Ο κάμπος ο Θεσσαλικός
κλαίει το Μαρίνο τον Αντύπα .
Πριν σε σκοτώσουν παλικάρι 
άδικα, μια νύχτα με Βοριά 
είδες την ανάσταση να φθάνει 
στο λαό, σε πόλεις και χωριά .
Στα μάτια σου ήταν καρφωμένο 
το όραμα μιας ολόκληρης γενιάς 

και στα δυο χείλη πετρωμένο

το όνομα της λευτεριάς.

"


http://7gym-laris.lar.sch.gr/ergasies/thessalia.htm